Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Το δωμάτιοστην Αριστείδου 10-12-νεα προσέγγιση


Αριστείδου 10-12  , Το Δωμάτιο

Εχοντας αποκτήσει μια απόσταση απο το χώρο αυτό, απόσταση και τόπου και χρόνου, θα επιχειρήσω αυτή τη φορά μια καινούργια ανάγνωση του ‘δωμάτιου’ χρησιμοποιώντας την μνήμη σαν οδηγό αφενός,  τη σκέψη αφετέρου, και ως εκ τούτου επανεξέταση των  έννοιών που συγκρότησαν την πρώτη υπόθεση- θεώρηση.
(εδώ παραπέμπω αφενός στο κείμενο που γράφτηκε κατά τη πρώτη έκθεση του ‘δωμάτιου’.
Σαυτή την έκθεση το ‘δωμάτιο’ είχε παρουσιαστεί στο κοινό και υποστηρικτεί ως ένα ιδιαίτερο είδους ‘γλυπτού’ .
Ο χώρος του εκφράστηκε σαν ένα πεδίο δυνατοτήτων απείρων, καθώς ανοιγόταν ‘το δωμάτιο’ στη φαντασία του θεατή όπου του ζητιόταν να συμπληρώσει στο κενό χώρο,  αυτό που κάθε φορά φάνταζε στα μάτια του πιο εναρμονιζόμενο.
 Επίσης παραπέμπω αφετέρου  και ένα κείμενο  ερωταποκρίσεων της δημιουργού με επισκέπτες όπου σχολιάζεται και ερευνάται η βασική θεώρηση του πρώτου κειμένου. )
Οταν φέρω στη μνήμη το μέρος αυτό,  μπλέκεται με τη προσωπική μου μνήμη απο αυτό και η κοινωνική μνήμη που φέρνει αυτό το δωμάτιο εξαιτίας της θέσης του και του πλαίσιου που το περιβάλλει.
Αναρωτήθηκα πολλές φορές σαυτό το διάστημα (απο τη πρώτη μου γνωριμία με το χώρο μέχρι τώρα), αν η φόρτιση του μέρους και η ιδιαιτερότητα του σαν σημείο –θέση μέσα στη πόλη της Αθήνας μέκανε να το θεωρήσω άξιο να σταθεί απο μόνο του σαν δημιούργημα τέχνης .
Οχι ότι μια  τέτοια υπόθεση είναι κάτι απλό αλλά σαν ερμηνεία τού γιατί να θεωρηθεί έργο τέχνης,  μου φαίνεται μάλλον υπερβολικά ορθολογική ενώ εγώ τουλαχιστον  ένιωθα ότι δεν θάθελα να ξεμπερδεύω τόσο εύκολα.
Είναι αλήθεια ότι , ιδίως αυτό το καιρό, που δε πηγαίνω πια εκεί παρά σπανίως, παρόλο που το κρατάω ακόμα πληρώνοντας ενοίκιο πενήντα ευρώ μηνιαία, συν τα κοινόχρηστα για τα οποία θα αναφερθώ λεπτομερέστερα αργότερα, όταν το σκέφτομαι, μούρχονται στο νού καταρχήν μια σειρα απο πορείες, πρός αυτό, από αυτό γύρω του,
και η μνήμη μου διατρέχει εκείνα τα μέρη της Αθήνας, τα τόσο αντιφατικά μεταξύ τους.
 Με την άνεση του νού που βρίσκεται σε απόσταση κυλάω απο το μαγαζί που πουλάει παστουρμά στην Ευριπίδου(που είναι και ο βασικός δρόμος τον οποίο  ανηφορίζοντας , φθάνεις στο τέρμα του στην Αριστείδου αριστερά όπου βρίσκεται και το ‘δωμάτιο’)
Κυλάω ανηφορίζοντας λοιπόν απο το μαγαζί αλλαντκών πού βρίσκεται  κάτω απο την Αθηνάς , περνάω το άγαλμα Κολοκοτρώνη για να βρεθώ στο Παλλας στη Βουκουρεστίου, χαζεύοντας Αττικα, κοσμηματοπωλεία κλπ.,κιαν λοξέψω λίγο έχω βγεί στο Σύνταγμα όπου με περίμενε  δραστική αλλαγή κατάστασης, τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο, ενώ τώρα μάλλον αποτελεί μια αδιάφορη συνέχεια, εκροή της Σταδίου.
Απίστευτες ικανότητες μεταμόρφωσης.
Πίσω στον Kaufman, ξένα βιβλία, τώρα έχει προστεθεί και ο Ελευθερουδάκης, ά! και το Ζάρα (για το οποίο θέλω να ομολογήσω τη μανία  την οποία  μου έχει επιτρέψει να αναπτύξω ο καινούργιος τρόπος εξυπηρετησης που λανσάρουν αυτά τα καταστήματα.
Δοκιμάζω πάρα πολλά ρούχα έως τα πλέον απίθανα και συνήθως μόνο αυτά, και δεν αγοράζω τίποτα).
 Προτιμότερο όμως να κάνω πάλι βουτιά πρός τα κάτω και να πάρω το μετρό απο Μοναστηράκι που είναι πιο βολικό.

Αναρωτιέμαι αν ο Benjamin έβλεπε απο μια μεριά τις διαδρομές μου θα με συσχέτιζε με τον πλάνητα τύπο τον οποίο  προτείνει σαν κάποιο που βιώνει τη νεωτερική συνθήκη της πόλης του ως μια διαρκή αποκάλυψη στον ίδιο;
Για την ακρίβεια βέβαια, η συνθήκη της πόλης της Αθήνας, και ιδίως στο κομμάτι που αναφέρομαι είναι ένα μίγμα απο νεωτερικά στοιχεία και μνήμες από εποχές ,γεγονότα, αλλαγές που προσθέτουν στρώματα ιχνών χωρίς το ένα να εξαλείφει οριστικά το άλλο.

Η συνολική αυτή μνήμη συσσωρευμένη απο τον καιρό που πήγαινα καθημερινά σχεδόν και κράταγα την έκθεση του κενού χώρου, μου προσφέρεται τώρα και γεμίζει το κενό χώρο του τωρινού δωμάτιου όπως το σκέφτομαι και προσπαθώ να το ορίσω από μακριά.
Ομως αυτό το μικρό παρελθόν που το γεμίζει τώρα φέρνει μαζί του σαν απόνερα ενός πλοίου κιένα παρελθόν όλων των προηγούμενων χρόνων που έχω ζήσει σε παρόμοια σημεία μέσα στη Αθήνα, αλλά τι περιεργο,  αυτή η πομπή παρελθόντος δε σταματά εδώ σέρνει κιάλλο παρελθόν που δενέχω ζήσει αλλά που κιαυτό μου ανήκει δικαιωματικά ως η πόλη των προγόνων μου κιέτσι η Ακρόπολη π.χ βρίσκει μια θέση και μια σύνδεση αβίαστη, όπως οι τράτες πάνε η μια πίσω απο την άλλη.
Κιόλα αυτά εξαιτίας του δωμάτιου, ενώ στο δωμάτιο το ίδιο δεν έχω προλάβει να αναφερθώ ακόμα.
Σε σχέση με τη λειτουργία της έκθεσης,  ο θεατής βιώνει το έργο με το σώμα του και με τον εαυτό του ολόκληρο εφόσον εισέρχεται σαυτό είτε κυριολεκτικά η με τη σκέψη, όπως επίσης σκέπτεται η κάνει αντίστοιχες με τις δικές μου διαδρομές από και πρός το ΄δωμάτιο’.
Επίσης αυτό που παρατήρησα ειναι ότι ο θεατής μπαίνει σε εγρήγορση και σχεδόν πάντα αισθάνεται υποχρεωμένος να πάρει θέση σε σχέση με αυτό που του προτείνεται.(θετικά η αρνητικά δεν έχει σημασία)
O Βenjamin πάλι έχει υποστηρίξει μια διαλεκτική σχέση παρελθόντος και παρόντος δηλαδή οτι μπαίνοντας και εξετάζοντας τις δυνατότητες που θα είχε το παρελθόν,  ενδεχομένως θαι μπορούσαμε να επηρεάσουμε το παρόν, και να το ανατρέψουμε πιθανά;
Θα μπορούσε άραγε να εφαρμοστεί αυτή η αντίληψη και στη περίπτωση εδώ του ενλόγω δωμάτιου;
Για τούτο θα αναφερθώ στον άμεσο περίγυρο αυτού του δωμάτιου για το οποίο δεν έχω μιλήσει ακόμα




Περιγραφή
Η περιγραφή του περίγυρου θα φωτίσει και το ζήτημα των κοινοχρήστων.
Το δωμάτιο ανήκει σε ένα μεγάλο συγκρότημα επαγγελματικών (σχεδόν κατ’αποκλειστικότητα) χώρων, ένα απο τα παλιά μέγαρα, όπως λεγόταν.
Το δωμάτιο είναι  μέσα στη κεντρική στοά στην οποία μπορεί κανείς να βρεθεί απο δύο εισόδους,  και απο το 10 της οδού Αριστείδου και από το 12.
Ειναι στο βάθος της στοάς, και στον ημιόροφο, δηλαδή μερικές σκάλες επάνω .Γύρω του,  στον ίδιο όροφο αλλά και απο κάτω καθώς και ψηλότερα υπάρχουν παρόμοιοι χώροι με αυτό,  άλλοι μικρότεροι, άλλοι μεγαλύτεροι.
Επίσης υπάρχει οπτική επαφή με το κάτω επίπεδο και τα πάνω μέσω ένός ξεσκέπαστου διάδρομου που διατρέχει το σύνολο των διακριτών χώρων και βλέπει στην εσωτερική αυλή.
Παράδειγμα αρχιτεκτονικής, πρέπει να γνώρισε και εξαίσιες περιόδους άνθησης κάποτε που το κέντρο της Αθήνας ηταν
η καρδιά της πόλης με τις μικρές βιοτεχνίες και επιχειρήσεις.
Επίσης η μεταφορά του χρηματιστήριου απο το διπλανό δρόμο πρέπει να συνέβαλλε στην έκπτωση του εν λόγω μεγάρου.
Παρόλα αυτά τα κοινόχρηστα συνεχίζουνν να βγαίνουν από το θυρωρό του μεγάρου, ο οποίος δικαιούται μισθού γιαυτό,
ο  καφετζής συνεχίζει να υφίσταται στο ισόγειο, πολλά μικρά μαγαζάκια προσφέρουν υπηρεσίες .
Το δωμάτιο το ίδιο , είναι αδύνατο να το χρησιμοποιήσει κανείς σαν κανονικό δωμάτιο η γραφείο γιατί οι τοίχοι παρουσιάζουν μια έντονη υγρασία εξαιτίας της γειτνίασης με σαπιζμένο σύστημα ύδρευσης η κάτι τέτοιο.
Και εδώ αρχίζει να αναπτύσσεται ένα ενδιαφέρον για το χώρο άλλου τύπου που ξεφεύγει απο τη έννοια της χρησιμότητας.
Αρχίζει θαρρείς η αξία του να αυξάνεται με την αχρηστία του.
Ακόμα και η έλλειψη συχνών επισκέψεων σαυτό είναι σαν να ενισχύουν αυή τη συσσώρευση της παράξενης αξίας η οποία δε γίνεται και τόσο κατανοητή ...
Επίσης δημιουργεί κιένα χωρίς προηγούμενο για τον περίγυρο.
Εκεί οι ανάλογοι χώροι η βρίσκουν κάποια χρησιμότητα και βγαίνουν απο την εγκατάλειψη τους η εγκαταλείπονται οριστικά, αλλά η διατήρηση και μή εκμετάλλευση αποτελεί ένα ερωτηματικό .
Κάποιες απαντήσεις άρχισα να βρίσκω διαβάζοντας το βιβλιο του Ζωρζ Μπατάιγ ‘το καταραμένο απόθεμα’\.

Παρόλα αυτά η καταβολή των κοινοχρήστων κυρίως,
 του χαρίζουν μια κοινωνική υπόσταση, μετέχει στο σύνολο που αναπτύσσεται γύρω του, του αναιρούν, ως ένα βαθμό, την απροσδιοριστία.
Σιγουρα το δωμάτιο αυτό δε βρίσκεται στο πουθενά.   

         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου